10/12/09

Και έμειναν μόνο οι αναμνήσεις...

"Θα φύγω" της έλεγε. "Να το ξέρεις ότι κάποια μέρα δε θα είμαι εδώ."


Και εκείνη δεν έδινε σημασία. Δεν την ένοιαζε.


Ρουφούσε συνεχώς κάθε σταγόνα της αγάπης και της αδυναμίας του.


Αχόρταγα.


Άπληστα.


Τον απείλησε πάρα πολλές φορές ότι θα φύγει η ίδια, όμως ποτέ δεν έφευγε στ' αλήθεια.


Κι εκείνος τρελαινόταν.




Φοβόταν μήπως την χάσει.


Κι όταν δεν έμεινε πλέον καθόλου σταγόνα από τον έρωτά του να ρουφήξει, εκείνος έφυγε.


Κι εκείνη έμεινε πίσω.


Μετρούσε τα λάθη της.


Τον πλήγωνε αλλά ταυτόχρονα πλήγωνε και τον εαυτό της.


"Άργησες να με καταλάβεις" τον άκουσε να της ψιθυρίζει μέσα στο μυαλό της.




Έκλεισε τα μάτια της.


Σκοτάδι.


Σιωπή.


Πόνος.


Και έμεινε μόνο μία ξεχασμένη μπλούζα του να της θυμίζει ότι όντως υπήρξε στη ζωή της.


Ότι όντως την αγάπησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του.


Δε θα ξαναγυρίσει.


Και αν ποτέ ξαναγυρίσει όλα θα είναι διαφορετικά.


Δεν υπάρχει γιατί. Εκείνη το επέλεξε.


Εκείνος την είχε προειδοποιήσει και εκείνη δεν έκανε τίποτα για να τον σταματήσει.


Άνοιξε τα μάτια της σιγά - σιγά. Την περίμενε μια καινούρια ζωή. Θα την ζήσει όπως θέλει εκείνη, επιλέγοντας είτε να επαναλάβει τα ίδια λάθη είτε να κάνει μια νέα αρχή.



Και εκείνος, κάπου μακριά θα την συντροφεύει για πάντα με την σκέψη του.


Αν μπορούσα να γύριζα πίσω το χρόνο...

9/12/09

Προδοσία

Με χαιρέτησες με μισή καρδιά. Κάτι είχε αλλάξει, το ένιωθα στον τόνο της φωνής σου... Με ρώτησες τι κάνω, αν είμαι καλά... Σου απάντησα και ανταπέδωσα την ερώτηση. Έστρεψες το βλέμμα σου αλλού και είπες ψέματα. "Μια χαρά κι εγώ". Δε μίλησες άλλο. Έσκυψες το κεφάλι σου και χάθηκες πάλι στις σκέψεις σου. Σε εκείνες τις σκέψεις που δε με αφήνεις ποτέ να δω. Μου λες ότι δεν ξέρω πώς να βοηθήσω, ότι είμαι πολύ μικρή για να σε καταλάβω. Κι όμως δεν είμαι.


Κράτησες το χέρι μου σφιχτά ενώ συνέχισες να βυθίζεσαι στις σκέψεις σου. "Τι έχεις;" σε ρώτησα όσο πιο μαλακά μπορούσα. "Τίποτα, είμαι μια χαρά", είπες ψέματα πάλι. Δε με πείραξε. Ήξερα πως όταν δεν ήσουν στις καλές σου δε μου έλεγες αμέσως τι έχεις.

Μετά με κοίταξες στα μάτια. Με εκείνο το μοναδικό βλέμμα που κάνει την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Είδα κάτι περίεργο στον τρόπο που με κοιτούσες. Σαν να ήθελες να μου ζητήσεις συγνώμη για κάτι που δεν έφταιγες.

"Πρέπει να σου πω κάτι", έσπασες τη σιωπή. 'Εγνεψα καταφατικά. Δεν ήξερα τι ήθελες να μου πεις, δεν είχα ιδέα. Ήλπιζα μόνο να μην ήταν κάτι πολύ κακό. Σε κοίταξα στα μάτια και περίμενα την απάντησή σου. Κράτησες και τα δυο μου χέρια στα δικά σου και πήρες μια βαθιά ανάσα.

"Είμαι ερωτευμένος μαζί σου και το ξέρεις", μου είπες και σταμάτησες για να δεις την αντίδρασή μου. Το ύφος μου δεν άλλαξε. Σου έγνεψα να συνεχίσεις. Χαμήλωσες το βλέμμα του. "Αλλά δεν είμαι μόνο με σένα ερωτευμένος".

Ένιωσα πολλές σουβλιές σε όλο μου το σώμα στο άκουσμα της λέξης "μόνο". Η δυνατότερη ήταν στην καρδιά. Η έκφρασή μου πάγωσε σε ένα βλέμμα απορίας και πόνου μαζί. Έσφιξα τα χείλια μου όσο πιο πολύ μπορούσα. Εσύ συνέχισες να έχεις χαμηλωμένο το βλέμμα. Ντρεπόσουν; Φοβόσουν; Ποιος ξέρει...

"Για πόσο καιρό;", ρώτησα ψυχρά, χωρίς καμιά αλλαγή στην φωνή μου.

Δάγκωσες τα χείλια σου πριν απαντήσεις. "Είναι δύο μήνες".

Το μυαλό μου έτρεξε νοερά μέσα σ' αυτούς τους δύο μήνες. Σκέφτηκα αν είχα υποψιαστεί κάτι. Τίποτα. Ήσουν καλός ψεύτης τελικά. Τόσο καλός που μπορούσες να με αγκαλιάζεις και να με φιλάς χωρίς να με κάνεις να καταλάβω ότι νιώθεις ενοχές.

Αγαπάω την αλήθεια, αλλά εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως ήθελα να βυθιστώ στο ψέμα. Ένιωσα ότι δεν ήθελα να μάθω ποτέ ότι δεν είσαι ερωτευμένος μόνο μαζί μου. Ήθελα να ξυπνήσω και να είναι όλα όπως στην αρχή. Στην αρχή... Τότε που τα πράγματα ήταν απλά. Όμορφα.

Δάκρυα είχαν καλύψει όλο το πρόσωπό μου. Είχες σκύψει πάλι το κεφάλι σου και πάσχιζες να αντέξεις την ένταση της στιγμής. Έβλεπα τις ενοχές στο πρόσωπό σου, αλλά δε με ένοιαζε. Εκείνη τη στιγμή αδυνατούσα να νιώσω τα συναισθήματά σου. Ένιωθα μόνο την προδοσία και την οργή να βουίζουν μέσα στο κεφάλι μου.

Κοκαλωμένη όπως ήμουν έπεισα τον εαυτό μου να φύγει, παρ' όλο που δεν ήθελε. Αρνιόμουν να το πιστέψω.

"Φεύγω" σου είπα και σήκωσες το κεφάλι σου για να με κοιτάξεις με εκείνο το παρακλητικό βλέμμα.

"Όχι, μη φεύγεις σε παρακαλώ", είπες απελπισμένα.

"Φεύγω", είπα ξανά.

Αργά και σταθερά.

Και κάθε βήμα που έκανα για να απομακρυνθώ από σένα ήταν άλλη μια σουβλιά μέσα στην καρδιά μου.

Προδοσία.
Previous Post Next Post Back to Top