30/7/10

Μόνο για κείνη μη μου λες...


ΠΡΙΝ ΕΝΑ ΜΗΝΑ...


Παίρνω το κινητό στα χέρια μου και βρίσκω το τηλέφωνό της στον κατάλογο. 

Έλα, ένα κουμπί είναι. Πάτα το.

Το πατάω.

Αγωνία.

Τουτ, τουτ...

Μου το κλείνει.

Η ανάσα μου κόβεται.

Προτού προλάβω να αφήσω το κινητό στο γραφείο και να καταλάβω τι έγινε, χτυπάει ξανά.

Είναι εκείνη.

"Ναι, έλα Αγάπη, με έπαιρνες τηλέφωνο;"

"Ναι..."

"Ήμουν στο μπάνιο. Τι κάνεις;"

Αναγνωρίζω αμέσως τον ψεύτικο τόνο στη φωνή της καθώς και την ταραχή της που την πήρα ξαφνικά τηλέφωνο.

Συζητάμε για λίγο. Δεν είναι στη Θεσσαλονίκη.

"Πότε γυρνάς; Να βρεθούμε...", της λέω.

"Την Κυριακή το βράδυ."

"Να βρεθούμε Τρίτη; Τη Δευτέρα έχω να πάω σε μια συναυλία..."

Κανονίζουμε ώρα και μέρος.

Δεν έχει ιδέα πώς μου ήρθε να βρεθούμε. Δεν ξέρει ότι θέλω να μάθω επιτέλους το γιατί.

"Καλά, πώς σου ήρθε να την πάρεις τηλέφωνο;", με ρώτησε μια φίλη μου την επόμενη μέρα.

"Δεν πιστεύεις ότι είναι καιρός να μάθω επιτέλους; Προχθές το βράδυ δε μπορούσα να κοιμηθώ, σκεφτόμουν, με έτρωγε... Δε θα περάσω άλλο ένα καλοκαίρι μέσα στις σκέψεις και τις αμφιβολίες."

"Εσύ ξέρεις... Αλλά αργά το θυμήθηκες ρε Αγάπη."

"Ποτέ δεν είναι αργά. Θα μάθω...", επέμεινα.

Δεν ήξερε πώς ένιωθα. Κανείς σχεδόν δεν ήξερε. Τα έκρυβα όλα κάτω από μια ασπίδα θυμού και οργής.

Άνοιξα την φωτογραφική μου μηχανή και είδα τις φωτογραφίες που είχαμε τραβήξει την πρώτη μέρα στο ξενοδοχείο, μόλις πατήσαμε το πόδι μας στην Αγγλία...

ΠΡΙΝ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ...

Θυμάμαι ό,τι λέγαμε, ό,τι κάναμε. 

Ήμασταν χαρούμενες γιατί ξέραμε ότι θα ακολουθούσαν πέντε μέρες γεμάτες καινούρια πράγματα, καινούριες εμπειρίες.

Ήμασταν ενθουσιασμένες γιατί στο ξενοδοχείο μας είχαν δώσει μία σουίτα με ένα έξτρα κρεβάτι, μιας που δεν είχαν τρίκλινο δωμάτιο.

"London, baby!", μας θυμάμαι να φωνάζουμε σε μια στιγμή χαλάρωσης στο υπέρδιπλο κρεβάτι. 

Η άλλη κοπέλα που ήταν μαζί μας στο δωμάτιο δε μιλούσε πολύ, είχε κουραστεί από το ταξίδι μάλλον.

Ήταν όνειρο.

Ένα όνειρο που θα γινόταν ο χειρότερός μου εφιάλτης...

Όταν ένας άνθρωπος που τυχαίνει να είναι μία από τις καλύτερές σου φίλες, ξυπνάει ένα πρωί και σταματάει να σου μιλάει, ξέρεις ότι σίγουρα κάτι δεν πάει καλά.

Το είχε ξαναπάθει. Κάτι την έπιανε πού και πού και δε μιλούσε πολύ.

Μα εκείνο το πρωί στο Λονδίνο, το είχα καταλάβει πως δεν ήταν σαν τις άλλες φορές. Κάτι είχε συμβεί.

Όταν την είδα να με αποφεύγει και να μου μιλάει απότομα, άρχισα να αναρωτιέμαι τι είχε συμβεί.

Την ρώτησα.

"Τίποτα, δεν έχω τίποτα", μου είπε κατά λέξη.

Έκανα υπομονή, ενώ τα πόδια μου διαμαρτύρονταν.

Γιατί, σαν να μην έφτανε μόνο η κρίση της, είχα πάθει και κάτι με τα πόδια μου και δε μπορούσα να περπατήσω και σταθώ χωρίς να νιώθω σαν να με καρφώνουν με 1000 καρφιά στον αστράγαλο και τις αρθρώσεις. 

Φταίει που ήμουν αγύμναστη; Φταίει που τα πόδια μου είχαν γίνει τούμπανο από το αεροπλάνο και εγώ  έτρεχα σαν το κατσίκι στο αεροδρόμιο σέρνοντας τη βαλίτσα μου;

Τα παυσίπονα δεν έπιαναν.

Και ο πόνος όχι απλά δεν έφευγε μέρα με τη μέρα, αλλά γινόταν όλο και χειρότερος.

Το ίδιο γινόταν και μ' εκείνη.

Κάθε μέρα με απέφευγε όλο και περισσότερο.

Κόλλησε ξαφνικά με την κοπέλα που ήταν μαζί μας στο δωμάτιο.

Τρέχανε μαζί σε εμπορικά κέντρα, μαγαζιά, γυρνούσαμε στο ξενοδοχείο και μιλούσανε, γελούσανε σαν να μην υπάρχω.

Ξαναρώτησα.

"Δεν έχει γίνει τίποτα", ήταν πάλι η απάντηση.

Ένιωθα μόνη.

Πονούσα. 

Σωματικά και ψυχικά.

Κάθε πρωί μου φαινόταν εφιάλτης. Δεν ήθελα να σηκωθώ, να πατήσω στα πόδια μου.

Έκανα προσπάθειες να περάσω καλά, αλλά δεν είχα κουράγιο μέσα μου.

Ήθελα να γυρίσω πίσω στην Ελλάδα.

Την ημέρα που γυρνούσαμε, ένιωσα ανακούφιση μέσα στο αεροπλάνο.

Φορτώθηκα μία extra large σακούλα M&M's από τα duty free του αεροδρομίου και περίμενα υπομονετικά να φτάσουμε Θεσσαλονίκη.

Στο αεροπλάνο δεν ξέρω πως έτυχε, αλλά καθόμουν μόνη.

"Καλύτερα", σκέφτηκα. Δεν είχα όρεξη να μιλήσω με κανέναν από το γκρουπ.

Τα φώτα έσβησαν. Κάθισα από την πλευρά του παραθύρου και κοιτούσα έξω.

Μπα, δεν είχα όρεξη να φάω τα M&M's τελικά.

'Αδειασα το μυαλό μου από τις σκέψεις, πάτησα off στην ακοή μου για να μην ακούω τα γέλια τους και παρηγορήθηκα στη σκέψη ότι ο εφιάλτης μου θα τελείωνε σε λίγες ώρες.

Στο αεροδρόμιο, μόλις πήρα τη βαλίτσα μου, έτρεξα να φύγω.

Δεν χαιρέτησα κανέναν.

ΠΡΙΝ ΕΝΑ ΜΗΝΑ... (Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ)

Βρεθήκαμε.

Ήταν όλα τόσο φυσικά.

Σαν να μην είχαμε μαλώσει ποτέ.

Αλλά το ήξερα ότι δεν ήταν η ίδια.

Το καταλάβαινα.

Πήγαμε πρώτα για καφέ και μετά βόλτα.

Δεν κατάφερα να της το πω.

Έπρεπε να φέρω το θέμα στο Λονδίνο κι όλο δίσταζα.

Μετά πήγαμε να φάμε.

Η αλήθεια είναι ότι πεινούσα.

Πήρα ένα hamburger μαζί με πατάτες και κάθισα απέναντί της.

Το face to face ήταν δύσκολο, γαμώτο.

Ειδικά όταν έχεις την επιλογή να μπουκώσεις το στόμα σου με ένα λαχταριστό hamburger και να μην πεις απολύτως τίποτα.

Αλλά είχα διαβάσει κάπου ότι μπορείς να εκμαιεύσεις θετικές αντιδράσεις όταν ο άλλος τρώει.

Όσο γέμιζε τις πατάτες τις με κέτσαπ, σκέφτηκα ότι έπρεπε να μιλήσω επιτέλους. 

Είχε περάσει ένας χρόνος και η μακροχρόνια φιλία μας είχε περιοριστεί σε ένα "γεια" κι αυτό με το ζόρι.

Και δεν ήξερα τι είχα κάνει για να το αξίζω αυτό.

Μπορεί να έφταιγα, μπορεί και όχι.

"Την αλήθεια, Αγάπη. Αυτό ψάχνεις", είπα στον εαυτό μου από μέσα μου και της χαμογέλασα ψεύτικα.

Άρχισα να τρώω μερικές πατάτες, χωρίς να τολμήσω να αγγίξω το hamburger.

Το ζεστό, αλλά ψεύτικο ύφος της μου έδωσε θάρρος.

Έφερα τη συζήτηση στο Λονδίνο.

Αμηχανία.

Γούρλωσε τα μάτια όταν την ρώτησα, πρώτη φορά μετά από ένα χρόνο.

"Δε θυμάμαι τι είχε γίνει."

"Δηλαδή ξύπνησες μια μέρα και αποφάσισες να μη μου μιλάς άλλο", της είπα ειρωνικά.

"Όχι, σίγουρα κάτι έγινε, απλά δε θυμάμαι..."

Τα μασούσε.

Για να μην τα πολυλογώ, ο λόγος που σταμάτησε να μου μιλάει είναι επειδή είχε γίνει μια... εσκεμμένη παρεξήγηση.

Η κοπέλα (ή μάλλον το φίδι) που ήταν μαζί μας στο δωμάτιο αισθανόταν μόνη επειδή την είχαμε παραμελήσει την πρώτη μέρα και είπε σε όλους στο γκρουπ (και ιδιαίτερα σ' εκείνη) ότι φαινόμουν να έχω μούτρα, όχι επειδή πονούσαν τα πόδια μου, αλλά επειδή δεν ήθελα να είμαι μαζί τους.

Τότε κατάλαβα γιατί κανένας δε ρωτούσε αν πονάω. Νόμιζαν ότι προσποιούμουν.

"Και εσύ την πίστεψες... Δε με έβλεπες που σφάδαζα από τον πόνο στο δωμάτιο;", την ρώτησα.

"Ναι, έχεις δίκιο, είχε γίνει μεγάλη παρεξήγηση... Εσύ πονούσες κι εμείς νομίζαμε ότι..."

Δε με κοίταζε στα μάτια.

"Εμένα όμως μου στοίχισε αυτό. Εδώ και ένα χρόνο σκέφτομαι τι έχει γίνει. Είχα πει κάτι, είχα κάνει κάτι, έτσι νόμιζα... Αλλά απ' ό,τι φαίνεται έπεσα έξω."

Ήμουν σοκαρισμένη.

Το άδικο ήταν πολύ μεγαλύτερο απ' ό,τι φανταζόμουν τόσο καιρό.

Είδα τις τύψεις της στο πρόσωπό της.

"Τέλος πάντων, άμα θες να κάνουμε ξανά παρέα, το τηλέφωνο και το σπίτι μου τα ξέρεις...", είπα και σηκώθηκα να φύγω.

Και μέσα σ' ένα κλίμα τύψεων από την πλευρά της και περισυλλογής από την πλευρά μου, γυρίσαμε σπίτι, η καθεμιά στο δικό της εννοείται.


Κι από τις τύψεις της και τον φόβο μήπως δεν την συγχωρήσω, χάθηκε ξανά. 

Καλά έκανε.

Δεν της κρατάω κακία...

Στεναχωριέμαι που τα έφερε έτσι η ζωή.

Γι' αυτό δε μου αρέσει να το συζητάω.

Με πονάει που έχασα μια φίλη που πήγαινα κάθε μέρα μαζί της στο σχολείο, από το δημοτικό.

Με πονάει που όταν πάω κινηματογράφο μου λείπει η παρέα της και τα σχόλιά της.

Με πονάει που δεν έχω κάποιον να μοιράζομαι τις ανησυχίες και τα προβλήματά μου.

Η ζωή μου χάρισε δύο άλλους υπέροχους φίλους στη θέση της. 

Δε μπορώ να εμπιστευτώ πλέον τους ανθρώπους με την ίδια ευκολία που τους εμπιστευόμουν πριν από το περιστατικό που έγραψα σ' αυτό το κείμενο, αλλά προσπαθώ να κάνω κάθε στιγμή μαζί τους να μετράει.

Δίνω περισσότερη σημασία στις πράξεις, παρά στα λόγια.

Γιατί τελικά αυτό που μένει είναι οι στιγμές...


Και η ζωή συνεχίζεται... με ή χωρίς τους ανθρώπους που μας τις χάρισαν...

27/7/10

Παραμιλητό

Κοιτάζω ξανά τα γράμματα.


Σχηματίζουν λέξεις που πονάνε.

Τότε ήταν κάτι απλό.

Τότε ήμουν άλλη.

"Αλλάζει ο άνθρωπος;", με ρώτησε η μικρή μου νεράιδα τις προάλλες.

"Δεν αλλάζει ο ίδιος, αλλάζει ο τρόπος που αντιμετωπίζει τα πράγματα και τους ανθρώπους", της είπα.

Δεν το κατάλαβε.

Κι εγώ αν μου το έλεγαν στην ηλικία της δεν θα το καταλάβαινα.

Δε μου το είπε όμως κανείς.

Το κατάλαβα.

Το ένιωσα.

Το έπαθα και το έμαθα.

"Μην κλαίγεσαι, μην γράφεις άρθρα ολόκληρα. Όλοι τα έχουμε περάσει αυτά, δεν κάναμε έτσι", μου είπε μια αράχνη.

Είδες; Αυτό ακριβώς εννοώ.

Η αλήθεια είναι πως άλλαξα.

Δεν είναι εύκολη η αλλαγή, ειδικά σε ανθρώπους που δεν τους αρέσει.

Σαν φίδι, σύρθηκα ανάμεσα στις πέτρες και άλλαξα το δέρμα μου.

Ε και; Πάλι θα το αλλάξω. Ποτέ δε θα είναι το ίδιο όμως. Ένα δέρμα τη φορά...

Και είναι τόσο ανατριχιαστικό να βλέπεις το παλιό σου δέρμα...

Μόνο για μένα μιλάω τόση ώρα;

Εγωιστικό.

Κοιτάζω το ποτήρι.

Νερό.

Ποτέ δε μπόρεσα να δω μόνο νερό σ' ένα ποτήρι.

Πάντα υπήρχαν κι άλλα...

Συναισθήματα, φόβοι, αμφιβολίες.

Πιο πέρα το βιβλίο της Ιστορίας Κατεύθυνσης της Γ' Λυκείου.

Θα το πάρω απόφαση για τις πανελλήνιες, θα διαβάσω σου λέω.

Θα περάσω.

Κοιτάζω ένα βιβλίο που διάβαζα παλιά.


Και να που ξυπνάνε όλα μέσα μου.


Μια υποψία απάτης πριν ένα χρόνο.

Μια απόδειξη στα χέρια μου.

Μια ανεξήγητη αντίδραση.

Ο ίδιος, αυτοπροσώπως, να με παρακαλάει να προσπαθήσουμε ξανά.


Κι εγώ να δέχομαι.


Και να πηγαίνω κοντά του.

Μια δεύτερη ευκαιρία.

Άλλαξα; Αλλάζω.

Κι όσο αλλάζω σου μοιάζω, που λέει και η Μποφίλιου.


Μικρές στιγμές που της κράτησα και της φυλάκισα μέσα μου για να μην τις χάσω.

Εκείνο το βλέμμα του όταν με κέρασε το ποτό.

Εκείνο το ύφος που περίμενε αντίδραση.

Ένας μοναδικός χαιρετισμός.


Ένα παρελθόν που ξετυλίχτηκε σαν χαλί στο άδειο πάτωμα του μυαλού μου.





Βγαίνω στο μπαλκόνι.

Αέρας.


Βροχή.


Ανάσα.

Κλείνω τη μουσική, θα ακούσω τη βροχή.

Αν έγραφα αυτοβιογραφία, θα ξεκινούσα με τη φράση "Όλα ξεκίνησαν από τότε που με βάφτισαν Αγάπη"...

Τι όνομα κι αυτό.

Τόσο ωραίο, γεμάτο νόημα.

Και μια κατάρα που σέρνεται από πίσω του και δε λέει να το αφήσει.


Πώς γίναμε έτσι ξένοι;

Πώς αλλάζουν οι σχέσεις μέσα σε ένα χρόνο;

Πού πήγε η αγάπη μου, που πήγαν οι στιγμές μας;

Μεθυσμένα λόγια.

Ο μονόλογος της τρελής, θα έλεγε κανείς αν με άκουγε.


Μα δεν έχω πιει.

Κοιτάζω το άλμπουμ στο ράφι.


Πρέπει να πετάξω τις φωτογραφίες.

Είναι μέσα εκείνη.

Ακόμα πονάω, αλλά έτσι έγιναν τα πράγματα.

Δε μου είχε εμπιστοσύνη.

Με έχασε από δικό της λάθος.

Και εγώ ένιωθα τύψεις, γιατί νόμιζα πως έφταιγα εγώ.

Γελάω με τον εαυτό μου.

Κοιτάζω το κόκκινο βερνίκι νυχιών.


Πότε το φόρεσα τελευταία φορά; 

Α ναι, τότε.

Ένα φιλί στο πάρκο.

Ένα κόκκινο φιλί.

Δύο γαλάζια μάτια.

Μια σιωπή που έλεγε πολλά.

"Εγώ δε σε κατηγορώ..."

Ξαναβάζω τη μουσική. Κότσιρας.

Όχι, δεν τον κατηγορώ. 

Έτσι είναι ο χαρακτήρας του.

Αλλά είμαι πολύ κουρασμένη για να ανεχτώ τις ιδιοτροπίες του.

Είμαι πολύ αγανακτισμένη για να δω την ιστορία να επαναλαμβάνεται.

Αλλά θα το αφήσω να κυλήσει, γιατί ξέρω ότι από αυτήν την φυλακή πρέπει να (ξανα)βγώ μόνη μου.

Αν του ζητήσω τα κλειδιά, θα θυμώσει.

Αν θυμώσει, θα με χτυπήσει.

Αν με χτυπήσει, θα το κάνει εκεί που πονάω.

Κι εγώ δε θα έχω χρόνο για άλλο πόνο, όπως λέει και ο Χατζηγιάννης.

Για κανέναν, για τίποτα.

Θα είναι μια χρονιά για μένα.

Για να δω μέχρι που φτάνουν τα όριά μου.

Για να δω πόσο θα κυνηγήσω τα όνειρά μου.

Για να κάνω ένα διάλειμμα από όλους και απ' όλα.

Κουρασμένη συναισθηματικά.

Εξαντλημένη ψυχολογικά.

Έχω κουράγιο μέσα μου.

Αλλά αρκεί μόνο για μένα.

"Όλα είναι στιγμές"...

Μερικές φορές ειλικρινά πιστεύω πως θα αρχίσω να μιλάω μόνη μου.







Απέχω πολύ 
απ' την παράνοια;









Previous Post Next Post Back to Top